- πλάτης
- -ου και πλάτας, -α, ὁ, Ατο επίπεδο ὁπου οικοδομούνται τάφοι.[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το θ. τού επιθ. πλατύς*, με κατάλ. -ης].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
πλάτης — πλάτη flat fem gen sg (attic epic ionic) πλάτης platform masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλάτεα — πλάτης platform masc acc sg (epic ionic) πλάτος breadth neut nom/voc/acc pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλάτου — πλάτης platform masc gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πλάτα — πλάτᾱ , πλάτη flat fem nom/voc/acc dual πλάτᾱ , πλάτη flat fem nom/voc sg (doric aeolic) πλάτᾱ , πλάτης platform masc nom/voc/acc dual πλάτης platform masc voc sg πλάτᾱ , πλάτης platform masc gen sg (doric aeolic) πλάτης platform masc nom sg… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ευπλατής — εὐπλατής, ές (Α) αυτός που έχει καλό, κανονικό πλάτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πλατής (< πλάτος), πρβλ. α πλατής, ομοιο πλατής] … Dictionary of Greek
ισοπλατής — ες (Α ἰσοπλατής, ές) ίσος κατά το πλάτος με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + πλατής (< πλάτος), πρβλ. ετερο πλατής, ομοιο πλατής] … Dictionary of Greek
Nikitas Platis — Νικήτας Πλατής Born 1912 Amorgos, Greece Died November 14, 1984 Greece Occupation actor Nikitas Platis (Greek: Νικήτας Πλατής, 1912 in Amorgos November 14, 1984 in Athens) was a Greek actor in theater and movi … Wikipedia
ετεροπλατής — ἑτεροπλατής, ές (Α) αυτός που έχει άνισο πλάτος («δύο ξύλα τετράγωνα ἑτεροπλατῆ»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + πλατής (< πλάτος), πρβλ. α πλατής] … Dictionary of Greek
ομοιοπλατής — ὁμοιοπλατής, ές (Α) αυτός που έχει το ίδιο πλάτος, ισοπλατής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο) * + πλατής (< πλάτος), πρβλ. ισο πλατής] … Dictionary of Greek
ξεπλάτισμα — το, ατος 1. το βγάλσιμο της πλάτης. 2. μτφ., υπερβολική κούραση της πλάτης ή των ώμων: Το σκάψιμο είναι σκέτο ξεπλάτισμα … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)